Η Πρωτοχρονιά στη Χαλκιδική δεν μπαίνει αθόρυβα. Δεν γλιστρά δειλά από το ημερολόγιο στη ζωή. Έρχεται με ήχο που σείει τη γη, με φωτιά αναμμένη στο τζάκι, με ζυμάρι που πλάθεται σε ευχή και με σιωπές που έχουν βάρος τελετουργικό. Από χωριό σε χωριό, ο αποχαιρετισμός του παλιού χρόνου και το καλωσόρισμα του νέου γίνεται πράξη συλλογική, βαθιά ριζωμένη στη μνήμη και στην ανάγκη για καλή αρχή.

Τα κουδούνια της Συκιά Χαλκιδικής

ο θόρυβος που καθαρίζει τον χρόνο

Στη Συκιά, την παραμονή της Πρωτοχρονιάς το βράδυ, ο τόπος αλλάζει όψη. Νέοι ντύνονται με βαριές προβιές, μουτζουρώνουν τα πρόσωπά τους και περνούν πάνω τους μεγάλα κουδούνια. Δεν πρόκειται για μεταμφίεση θεάματος. Είναι τελετουργία. Με κάθε βήμα, ο εκκωφαντικός ήχος απλώνεται στα σοκάκια και στις γειτονιές, ένας ήχος αρχέγονος που έχει σκοπό να διώξει τον παλιό χρόνο και ό,τι βαρύ κουβαλά μαζί του.

Οι κουδουνάδες γυρνούν σε όλες τις γειτονιές. Χτυπούν δρόμους, αυλές και κατώφλια, ξυπνώντας το χωριό για να μπει σε νέο κύκλο. Οι νοικοκυρές ανοίγουν τις πόρτες, τους κερνούν κρασί και γλυκά, τους δίνουν χρήματα. Όχι ως αντάλλαγμα, αλλά ως συμμετοχή στην ευχή. Το έθιμο αυτό δεν έμεινε στα παλιά χρόνια. Αναβιώνει και σήμερα, κρατώντας ζωντανή τη βαθιά ανάγκη της κοινότητας να «ακουστεί» η αλλαγή του χρόνου.

Ο Πολύγυρος και τα κλίκια

ο χρόνος που ζυμώνεται

Αν στη Συκιά ο χρόνος αλλάζει με θόρυβο, στον Πολύγυρο αλλάζει με χέρια αλευρωμένα. Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς το σπίτι γίνεται εργαστήρι μνήμης. Στην τάβλα ζυμώνονται τα κλίκια, μικρές γλυκές ζύμες που πλάθονται σε σχήματα πουλιών, αετών και κύκλων. Δεν είναι απλώς γλυκίσματα. Είναι ευχές σε ζυμάρι, σύμβολα ζωής, τύχης και συνέχειας.

Μαζί με τα κλίκια ετοιμάζεται και η βασιλόπιτα, η Αηβασιλόπιτα, με το φλουρί κρυμμένο μέσα της. Όταν κόβεται, κάθε κομμάτι έχει τον συμβολισμό του: του σπιτιού, του Χριστού, του φτωχού. Η τύχη δεν ανήκει σε έναν. Μοιράζεται, όπως μοιράζεται και η ελπίδα για τη χρονιά που έρχεται.

Στα παλιά χρόνια, οι νέοι του Πολυγύρου έβγαιναν χαράματα, πριν καλά καλά ξημερώσει. Μεταμφιεσμένοι σε ποιμένες, με κάπες, γκλίτσες και «χιονισμένα» κεφάλια, γύριζαν από σπίτι σε σπίτι καλολογώντας τη χρονιά. Έμπαιναν πρώτοι για το ποδαρικό και άφηναν στη γωνιά του τζακιού μια άσπρη πέτρα, σημάδι να είναι γερή, καθαρή και σταθερή η νέα αρχή.

Το αμίλητο νερό

η σιωπηλή ευχή του νέου χρόνου

Σε αρκετά χωριά της Χαλκιδικής, η Πρωτοχρονιά ξεκινούσε όχι με λόγια αλλά με σιωπή. Ξημερώματα της πρώτης μέρας του χρόνου, συνήθως πριν φανεί καλά το φως, η νοικοκυρά έβγαινε αθόρυβα για τη βρύση. Δεν μιλούσε σε κανέναν στον δρόμο, δεν αντάλλασσε ευχές, δεν γύριζε το κεφάλι. Το νερό που θα έφερνε πίσω έπρεπε να μείνει «αμίλητο», για να μεταφέρει στο σπίτι την καλοτυχία, την υγεία και τη γαλήνη του νέου χρόνου.

Με το αμίλητο νερό ράντιζαν το κατώφλι, το τζάκι και τα δωμάτια, και συχνά έδιναν μια γουλιά στα παιδιά, για να «πάει γλυκά» η χρονιά. Ήταν μια πράξη καθαρμού και προστασίας, μια σιωπηλή συμφωνία με τον χρόνο που μόλις ξεκινούσε. Όπως τα κουδούνια της Συκιάς διώχνουν με θόρυβο το παλιό, έτσι το αμίλητο νερό το αποχαιρετά χωρίς φωνή, με σεβασμό και προσμονή.

Η Πρωτοχρονιά που επιμένει

Όσο διαφορετικά κι αν μοιάζουν, τα έθιμα αυτά λένε την ίδια ιστορία. Στη Χαλκιδική ο χρόνος δεν αλλάζει μόνο με ρολόγια και ημερολόγια. Αλλάζει με ήχο που γεμίζει τις γειτονιές, με φωτιά που κρατά αναμμένο το σπίτι, με ζυμάρι που πλάθεται σε ευχή και με νερό που φέρνεται αμίλητο για καλοτυχία.

Και όσο θα ακούγονται τα κουδούνια της Συκιάς, όσο θα ζυμώνονται τα κλίκια στον Πολύγυρο και όσο θα γεμίζουν τα κανάτια με αμίλητο νερό, η Πρωτοχρονιά στη Χαλκιδική δεν θα είναι απλώς μια μέρα. Θα είναι μνήμη, κοινότητα και μια υπόσχεση πως ο καινούργιος χρόνος δεν μπαίνει μόνος του. Τον καλωσορίζουμε όλοι μαζί.

Γράφει η Σουζάνα Καζάκα