Τανκς, άρματα, αεροπλάνα, στρατιώτες που παρελαύνουν χτυπώντας ρυθμικά τις μπότες στην άσφαλτο.
Με αυτή την εικόνα υποδέχτηκε η Θεσσαλονίκη και οι κάτοικοι της πόλης το ξημέρωμα της 9ης Απριλίου 1941. Ήταν η μέρα που η Θεσσαλονίκη παραδόθηκε στα χέρια της Γερμανικής κατοχής.
Η Θεσσαλονίκη ήταν η πρώτη μεγάλη Ελληνική πόλη που κατακτήθηκε από το Γ’ Ράιχ μετά την υπογραφή παύσης πυρός από τα Ελληνικά στρατεύματα και σύντομα μετατράπηκε σε κομβικό σημείο της στρατιωτικής διοίκησης. Η πόλη παρέμεινε κάτω από τον Γερμανικό ζυγό μέχρι το τέλος του πολέμου, τον Οκτώβριο του 1944.
Μετα τις ακαρπες προσπάθειες του Μουσολίνι να καταλάβει την Ελλάδα σειρά παίρνουν οι δυνάμεις του Γ Ράιχ. Στις 6 Απριλίου 1941 εξαπολύουν επίθεση ταυτόχρονα στην Ελλάδα και την Γιουγκοσλαβία.
Παρά την ηρωική αντίσταση των ελληνικών στρατευμάτων οι Γερμανοί προελαύνουν με μεγάλη ταχύτητα. Σε τρεις ημέρες στις 8 Απριλίου βρίσκονται μόλις 20 χιλιόμετρα έξω από την πόλη της Θεσσαλονίκης. Η κατάληψη της πόλης είναι αναπόφευκτη και δεν υπάρχει δυνατότητα να συμπτυχθούν τα μέτωπα για να αντιμετωπίσουν τον εχθρό.
Το ίδιο βράδυ ο διοικητής του ΤΣΑΜ (τμήμα στρατιάς Ανατολικής Μακεδονίας) Μπακόπουλος, κατόπιν εντολής του Ε.Γ.Σ. έστειλε επιστολή συνθηκολόγησης στον Αντιστράτηγο Ρούντολ Φαιελ, διοικητή της 2ης μεραρχίας Πάντσερ.
Ο διοικητής της 12ης Γερμανικής Στρατιάς έδωσε θετική απάντηση στην επιστολή του Έλληνα Αντιστράτηγου και η παύση πυρός ορίστηκε για τις 10.00π.μ. Ο Μπακόπουλος ενημερώθηκε και η παράδοση της πόλης υπογράφηκε στις 8.00π.μ. , όπως είχε οριστεί, σε γραφείο του κτιρίου της Γερμανικής Σχολής στη Θεσσαλονίκη.
Η συνθηκολόγηση έχει την υπογραφή του Κωνσταντίνου Μπακόπουλου και του Αντιστράτηγου Φάιελ ενώ την ίδια στιγμή δόθηκε διαταγή για παύση πυρός σε όλα τα στρατεύματα.
Παρόλο που η συνθηκολόγηση αναφέρεται στην ηρωική αντίσταση των Ελλήνων στρατιωτών και περιλάμβανε έντιμους όρους για τους ηττημένους, το αποτέλεσμα όπως γνωρίζουμε υπήρξε τραγικό για τους κατοίκους της πόλης.
Κατά την διάρκεια της παράδοσης, εκρήξεις ακουγόταν σε διάφορα σημεία της πόλης. Οι Βρετανοί στρατιώτες ήδη ανατίναζαν στρατιωτικά υλικά και καύσιμα που θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν οι Γερμανοί.
Παρόντες στην συμβολική παράδοση της πόλης επί της Μοναστηρίου στην έρημη πλατεία Βαρδαρίου ήταν ο τότε Δήμαρχος Κώστας Μερκούριος, ο Μητροπολίτης Γεννάδιος και ο στρατιωτικός διοικητής Νικόλαος Ραγκαβής. Το ρόλο του μεταφραστή είχε ο καθηγητής Νομικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Περικλής Βιζουκίδης.
Η παρέλαση των νικητών στη Λεωφόρο Νίκης και τους κεντρικούς δρόμους της πόλης έγινε με κλειστά παράθυρα στα σπίτια των φοβισμένων Θεσσαλονικέων.
Λίγοι ήταν αυτοί που τόλμησαν να βγουν στους δρόμους, ακόμη λιγότεροι οι Γερμανόφιλοι που χαιρετούν ναζιστικά τις στρατιωτικές δυνάμεις κατοχής.
Την ίδια μέρα το διάγγελμα του Δημάρχου καλούσε τους Έλληνες, να επιστρέψουν στις καθημερινές ασχολίες τους και να δείξουν εμπιστοσύνη στον γερμανικό στρατό. Αντίστοιχη και η επίσημη ανακοίνωση του Ραιχ μερικές ημέρες μετά, εκδόθηκε και έγραφε: “Εφ’ όσον ο πληθυσμός θα παραμείνη ειρηνικός, θα τον μεταχειρισθή στρατός καλώς και θα σεβασθεί την περιουσίαν του. Εφόσον αι τοπικαί αρχαί θα συνεργασθούν αδόλως και ειλικρινώς, θα παραμείνουν εις την αρχήν…».
Πολύ σύντομα διαψεύθηκαν και τα δύο διαγγέλματα , αφού ο μεν χειμώνας του 1941-42 ήταν ο πιο βαρύς που είχαν ζήσει οι Θεσσαλονικείς, η δε ανάγκη του Γερμανικού στρατού να συντηρήσει τις δυνάμεις κατοχής οδήγησε σε κατασχέσεις τροφίμων, ειδών πρώτης ανάγκης, σιτηρών και αποθεμάτων.
Πολλά κτίρια δημόσια και ιδιωτικά, βίλες, μέγαρα, πολυκατοικίες επιτάχθηκαν για να στεγάσουν τις υπηρεσίες και τις στρατιωτικές δυνάμεις του κατακτητή.
Το κτίριο της Φιλοσοφικής μέσα στο ΑΠΘ, το νοσοκομείο Γ.Γεννηματά (τότε Κεντρικό Νοσοκομείο),το στρατόπεδο Παύλος Μελάς, το Επταπύργιο ως φυλακή μελλοθανάτων,το κτίριο της Ιονικής τράπεζας στην πλατεία Ελευθερίας,Το Διοικητήριο,τα ξενοδοχεία Ριτζ, Ματζέστικ,Κοσμοπολίτ, Αστόρια, Mediterranean Palace.
Εκτός από τα μεγάλα ξενοδοχεία και άλλα μικρότερα, χρησιμοποιήθηκαν για την στέγαση των στρατιωτών και φυσικά ιδιωτικά κτίρια όπως η βίλα Πανόραμα στο Αρσακλί, το μέγαρο Κονιόρδου, το κτίριο του Αμερικανικού Προξενείου, οι κινηματογράφοι Διονύσια, Παλλάς, Πατέ και η βίλα Χιρς.
Πολλές πολυκατοικίες χρησιμοποιήθηκαν για να στεγάσουν χώρους κράτησης και βασανισμού για όσους συλλαμβάνονταν,αντιστασιακούς και μη. Κτίρια ιδιωτικά επιστρατευσαν ως στρατώνες και οι Ταγματασφαλίτες, Ελληνες συνεργάτες των Γερμανών, που ασκούσαν εξίσου ακραίες μεθόδους βασανιστηρίων.
Όλα τα κτίρια της Θεσσαλονίκης που είχαν επιταχθεί κατά τη διάρκεια της Γερμανικής κατοχής είχαν στη μέση τη εξωτερικής τους όψης ένα κεφαλαίο V, σύμβολο της πίστης στη νίκη των ενωμένων Γερμανικών δυνάμεων.
Κακουχίες, λιμός, βασανισμοί, εκτελέσεις.
Αυτή είναι η καθημερινότητα των κατοίκων της Θεσσαλονίκης όλο το διάστημα που η πόλη στενάζει κάτω από τη γερμανική σβάστικα.
Για τρία χρόνια και επτά μήνες η Θεσσαλονίκη στέκεται μουντή, άχρωμη, θλιμμένη, φοβισμένη αντιμετωπίζοντας τις δυσκολίες της κατοχής και το κρύο που φέρνει ο χειμώνας του ΄41.
Τον πρώτο χρόνο έως τον Δεκέμβριο του 1942 σύμφωνα με τα δελτία ενημέρωσης της αστυνομικής διεύθυνσης Θεσσαλονίκης έχουν καταγράψει 1791 θανάτους από την πείνα και τις κακουχίες.
Η οικονομία, ήταν ήδη σε ύφεση λόγω του πολέμου ενώ η απομόνωση των πόλεων άφησε την πόλη χωρίς πρόσβαση στις καπνοκαλλιέργειες,στέλνοντας στην ανεργία μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού.
Η τριχοτόμηση της Ελληνικής επικράτειας είχε σαν αποτέλεσμα την απομόνωση μεταξύ των γειτονικών περιοχών και την αύξηση της ανεργίας καθώς και του αστικού πληθυσμού της πόλης λόγω των μεταναστών που μετακινήθηκαν από τις Βουλγαροκρατούμενες περιοχές.
Η κατάσχεση των τροφίμων και των καυσίμων από τους Γερμανούς για να συντηρήσουν τις ανάγκες του στρατού,οδηγεί στο να κλείσουν πολλά μαγαζιά και επιχειρήσεις. Η ανεργία αυξάνεται με ραγδαίους ρυθμούς και πολλοι δηλώνουν εργάτες ως εθελοντές στη Γερμανία.
Η μαύρη αγορά εμφανίζεται, άνθρωποι πουλούν ότι πολύτιμο έχουν προκειμένου να προμηθευτούν βασικά υλικά όπως αλεύρι, λάδι, γάλα σε τιμές υπέρογκες.Η αισχροκέρδεια των επιτήδειων οδηγεί πολλούς στην εξαθλίωση.
Πολλοί νιώθοντας τις δυνάμεις τους να τους εγκαταλείπουν ,αφήνονται να πεθάνουν πάνω στο χιόνι. Εκεί τους βρίσκουν στα χωματένια πεζοδρόμια, παγωμένους το πρωί τα συνεργεία του δήμου και τους μαζεύουν για να τους θάψουν σε ομαδικούς τάφους, χωρίς φέρετρα αφού υπάρχει έλλειψη ξυλείας.
Το μόνο ψωμί που κυκλοφορεί είναι φτιαγμένο από καλαμπόκι, η ασιτία και οι κακουχίες μαστίζουν τον πληθυσμό.
Τα συσσίτια που διοργανώνει η εκκλησία, φιλανθρωπικές οργανώσεις και το Διεθνές Κομιτάτο του Ερυθρού Σταυρού βοηθούν την κατάσταση όσο είναι δυνατό. Τρόφιμα ερχόταν βέβαια από το εξωτερικό με καράβια αλλά τα έκλεβαν Γερμανοί και Έλληνες με αποτέλεσμα να φτάνουν ελάχιστα για να μοιραστούν στα συσσίτια.
Μέ τα μαγαζιά και τις επιχειρήσεις κλειστά, οι δουλειές σπανίζουν. Οι άνθρωποι δεν έχουν λόγο να σηκωθούν το πρωί και να βγουν από τα σπίτια τους. Έτσι μονότονα, θλιβερά ,χωρίς νόημα κυλούν οι μέρες στην Θεσσαλονίκη. Βγαίνουν μόνο για να στηθούν με τις ώρες στην ουρά και να προμηθευτούν τα λιγοστά τρόφιμα που βρίσκουν στη μαύρη αγορά.
Όλα αυτά συμβαίνουν ενώ είχε ξεκινήσει ο διωγμός των Εβραίων της Θεσσαλονίκης. Συνολικά 45.000 Εβραίοι στάλθηκαν από τη Θεσσαλονίκη στο Άουσβιτς όπου και θανατώθηκαν. Σχεδόν το 95% του εβραϊκού πληθυσμού της πόλης δεν επέστρεψε ποτέ.
15 Μαΐου 1941, μόλις ένα μήνα μετά το ανοιξιάτικο πρωινό του Απρίλη που έφερε την κατοχή και τον φόβο στη ζωή των Θεσσαλονικέων, ιδρύεται η πρώτη αντιστασιακή οργάνωση, η Ελευθερία.
Πρωτοστατούν και συμμετέχουν οι φοιτητές της πόλης γράφοντας συνθήματα κατά της Γερμανικής Κατοχής στους τοίχους, μοιράζοντας προκηρύξεις ενώ μέλη όλων των πολιτικών κομμάτων οργανώνονται μαζί τους και ξεκινούν τον αντιστασιακό τους αγώνα.
Το πρώτο σαμποτάζ της οργάνωσης έγινε στις 20 Μαΐου 1941. Ανατίναξαν τις εγκαταστάσεις με καύσιμα της Βερμαχτ κοντά στον σιδηροδρομικό σταθμό και στην περιοχή του Κορδελιού κατέστρεψαν μηχανές των γερμανικών φορτηγών.
Δυστυχώς ένας εκ των δύο αντιστασιακών συνελήφθη και εκτελεστηκε από τους γερμανούς όπως και πολλοί φοιτητές ,μέλη της αντίστασης οι οποίοι πρωτοστάτησαν στην οργάνωση.
Σε όλη τη διάρκεια της κατοχής η αντίσταση δρούσε πάντα και όχι μόνο ενάντια των κατακτητών αλλά και κατά των Ελλήνων συνεργατών των Γερμανών.
Οι Έλληνες συνεργάτες των γερμανών ήταν οι ταγματασφαλίτες, οι οποίοι πολλές φορές ξεπερνούσαν σε αγριότητες και άσκηση βίας ακόμη και τους κατακτητές.
Η Γερμανική επιβολή και εφαρμογή της συλλογικής ευθύνης εφαρμόστηκε στη Θεσσαλονίκη όπως και σε όλη την Ελληνική επικράτεια. Οι αρχές του τόπου ήταν υπεύθυνοι για οποιαδήποτε δολιοφθορά ή εγκληματική πράξη κατά των Γερμανών.Είχαν την ευθύνη να αποκαταστήσουν άμεσα θεσμικά ή κυριολεκτικά τις ζημιές, προκειμένου να επανέλθει στους αδιατάρακτους ρυθμούς η καθημερινότητα.
Οι Έλληνες που αρχικά απασχολούνταν σε εργασίες για τους Γερμανούς αμοιβόμενοι, όταν άρχισαν οι δολιοφθορές από την αντίσταση ,τους επιστράτευαν σε καταναγκαστικές εργασίες. Πολλές φορές είχαν την ευθύνη να προφυλάσσουν τηλεφωνικά καλώδια, καλώδια ρεύματος,τηλέγραφους, σιδηροδρομικές γραμμές. Η αντίποινα για επόμενες δολιοφθορές ήταν η ίδια τους η ζωή.
Για τους Γερμανούς όταν ένας στρατιώτης έπεφτε νεκρός από χέρια αντιστασιακών, εκτελούνταν όλη η οικογένεια τους.Σε πολλές περιπτώσεις ομαδικές συλλήψεις και εκτελέσεις πραγματοποιήθηκαν άδικα στο βωμό της συλλογικής ευθύνης.
Το Επταπύργιο όλη τη διάρκεια της Κατοχής λειτούργησε ως φυλακή θανατοποινιτών και ως χώρος εκτέλεσης. Την ίδια μοίρα είχε και το στρατόπεδο Παύλου Μελά που λειτούργησε ως πολιτική φυλακή αλλά και ως χώρος εκτελέσεων.
Εκτελέσεις αντιστασιακών πραγματοποιήθηκαν και στο κόκκινο σπίτι, όπως και στο στρατόπεδο Σεδες.
Οι λόγοι των εκτελέσεων βέβαια δεν ήταν μόνο αντιστασιακοί. Πολλές φορές οι αποφάσεις των εκτελέσεων αφορούσαν τρόφιμα, ρόδες από τα γερμανικά φορτηγά ή καύσιμα από τις αποθήκες του στρατού που είχαν κλαπεί, ακόμη και παραβίαση της απαγόρευσης κυκλοφορίας τη νύχτα.
Στις 6 Ιουνίου 1944 έγινε η μεγαλύτερη ομαδική εκτέλεση ,η οποία βρίσκεται καταγεγραμμένη στο ληξιαρχείο Θεσσαλονίκης -εκεί αναγράφονται 104 άτομα, διότι έγιναν τρεις ακόμη εκτελεσεις και σε άλλα σημεία της πόλης-και καταγράφηκε από μαρτυρίες φυλακισμένων στο στρατόπεδο Παύλου Μελά.
101 Ελληνες ,ο μικρότερος όλων 17 ετών, εκτελέστηκαν στα Διαβατά ως αντίποινα εκτροχιασμού ενός τρένου και άλλων αντιστασιακών δράσεων.
Η περιγραφή στο ημερολόγιο του φυλακισμένου Λεωνίδα Γιασημακόπουλου συγκλονίζει καθώς περιγράφει πως αποχωρούν από το στρατόπεδο τραγουδώντας και ζητώντας από τους συμπατριώτες τους να εκδικηθούν τον θάνατό τους.
Μετά από τρεισήμισι χρόνια , αφού υποχώρησαν οι Γερμανικές δυνάμεις κατοχής και εγκαταστάθηκαν στο Επταπύργιο οι δυνάμεις του ΕΛ ΑΣ, τότε μόνο οι Θεσσαλονικείς ξεχύθηκαν στους δρόμους για να πανηγυρίσουν την απελευθέρωσή τους. Ήταν η 30η Οκτώβρη 1944.
Για τρεις μέρες η πόλη πανηγύριζε την ελευθερία της και το τέλος της Γερμανικής Κατοχής.
Φανερά ταλαιπωρημενη και πληγωμένη από την αιματηρή κατοχή είχε προετοιμαστεί άθελά της για όσα θα ακολουθήσουν τα επόμενα χρόνια του εμφυλίου πολέμου.
Πηγή: thessalonikiguide.gr










