Την ώρα που η ελληνική ύπαιθρος παλεύει να σταθεί όρθια, οι αυτόχθονες φυλές αγροτικών ζώων οδηγούνται σιωπηλά στον αφανισμό. Με αφορμή την επιδημία της ευλογιάς των προβάτων, εφαρμόστηκαν οριζόντια μέτρα εκρίζωσης, χωρίς καμία ουσιαστική πρόβλεψη για τη διάσωση των σπάνιων ελληνικών φυλών, οι οποίες δεν είναι απλώς παραγωγικές μονάδες, αλλά ζωντανά αποθέματα γενετικής, ιστορικής και πολιτισμικής αξίας.
Οι αυτόχθονες ελληνικές φυλές προβάτων δεν δημιουργήθηκαν σε εργαστήρια. Σφυρηλατήθηκαν μέσα στους αιώνες από το τοπίο, το κλίμα και τις ανάγκες της ελληνικής υπαίθρου. Είναι ανθεκτικές, προσαρμοσμένες, χαμηλού κόστους εκτροφής και κρίσιμες για τη διατήρηση της αγροτικής βιοποικιλότητας. Κι όμως, αντιμετωπίστηκαν σαν να μην έχουν καμία ιδιαίτερη αξία.
Στον δημόσιο διάλογο που ακολούθησε, ακούστηκαν ακόμη και φωνές που αμφισβήτησαν την ίδια τους την ύπαρξη, υποστηρίζοντας ότι ορισμένες φυλές, όπως η φυλή Ρουμλουκίου, δεν έχουν επαρκώς τεκμηριωθεί επιστημονικά. Πρόκειται για έναν ισχυρισμό που καταρρίπτεται από τα ίδια τα δεδομένα της επιστήμης.
Το Δίκτυο Αμάλθεια-Δίκτυο Προστασίας Αυτόχθονων Αγροτικών Ζώων, σε συνεργασία με το Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών και το Ludwig Maximilian University of Munich, υλοποιεί εκτεταμένη γενετική έρευνα για την ταυτοποίηση 35 αυτόχθονων φυλών προβάτων της Ελλάδας και της Κύπρου. Τα πρώτα αποτελέσματα, που παρουσιάστηκαν στο 39ο Συνέδριο της Ελληνικής Ζωοτεχνικής Εταιρείας, δείχνουν ξεκάθαρα ότι οι φυλές αυτές διαφέρουν γενετικά από 87 γνωστές φυλές της Ευρώπης, της Ασίας και της Αφρικής.
Η φυλή Ρουμλουκίου αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Καταγεγραμμένη ήδη από το 1941 στη ζωοτεχνική βιβλιογραφία, θεωρήθηκε εξαφανισμένη επί δεκαετίες, μέχρι που εντοπίστηκε ξανά το 2013 χάρη στη συνεργασία της Αμάλθειας με τα Κέντρα Ζωικών Γενετικών Πόρων. Από τα ζώα αυτά απομονώθηκε DNA και επιβεβαιώθηκε η ξεχωριστή γενετική τους ταυτότητα.
Λίγο πριν ξεσπάσει η ευλογιά, τα συγκεκριμένα πρόβατα διασώθηκαν κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή και μεταφέρθηκαν στις εγκαταστάσεις του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας στη Φλώρινα, όπου παραμένουν ασφαλή. Αν δεν είχε προηγηθεί αυτή η παρέμβαση, σήμερα θα μιλούσαμε για οριστική εξαφάνιση.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο η ευλογιά. Είναι η απουσία εθνικής στρατηγικής. Η αναγνώριση και προστασία των αυτόχθονων φυλών απαιτεί καταγραφή, γενεαλογικά βιβλία, επιστημονική παρακολούθηση και γενετική τεκμηρίωση. Στην Ελλάδα, όλα αυτά εφαρμόζονται αποσπασματικά, χωρίς συνέχεια και χωρίς θεσμική θωράκιση.
Τα Κέντρα Ζωικών Γενετικών Πόρων του ΥΠΑΑΤ διαθέτουν τη γνώση και τα στοιχεία, τα Πανεπιστήμια παράγουν έρευνα διεθνούς επιπέδου, όμως λείπει το πολιτικό πλαίσιο που θα τα ενώσει σε ένα Εθνικό Πρόγραμμα Διάσωσης των Αυτόχθονων Φυλών, ανεξάρτητο από συγκυριακές επιδοτήσεις και πρόχειρες αποφάσεις κρίσης.
Το ερώτημα, τελικά, δεν είναι επιστημονικό. Είναι βαθιά πολιτικό και κοινωνικό.
Τι χάνουμε όταν χάνουμε τις φυλές μας;
Χάνουμε ανθεκτικότητα, αυτάρκεια, γνώση αιώνων και ένα κομμάτι της ταυτότητάς μας.
Αν συνεχίσουμε να αντιμετωπίζουμε τη βιοποικιλότητα ως αναλώσιμο κόστος, τότε δεν θα φταίνε οι ασθένειες για τον αφανισμό της ελληνικής υπαίθρου.
Θα φταίμε εμείς.
Το άρθρο βασίζεται σε επίσημο ενημερωτικό δελτίο του Δικτύου Αμάλθεια – Δίκτυο Προστασίας Αυτόχθονων Αγροτικών Ζώων, σε επιστημονικά δεδομένα του Εργαστηρίου Ζωοτεχνίας του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών, του Ludwig Maximilian University of Munich, καθώς και σε παρουσιάσεις του 39ου Συνεδρίου της Ελληνικής Ζωοτεχνικής Εταιρείας (Ιωάννινα, Οκτώβριος 2025).
Αξιοποιήθηκαν επίσης δημοσιευμένες μελέτες σε διεθνή επιστημονικά περιοδικά και ιστορικές ζωοτεχνικές αναφορές από το έργο Χατζήολου (1941), «Το πρόβλημα της Κτηνοτροφίας εν Ελλάδι».










