γράφει η Σουζάνα Καζάκα
Ο Χρήστος Παντελής, για όλους μας ο «Μανάρας», έφυγε από τη ζωή αφήνοντας πίσω του κάτι που δεν χωράει εύκολα σε λέξεις. Άφησε εκείνη την παλιά, σπάνια αλήθεια του ανθρώπου που δεν υποδύθηκε ποτέ τον μουσικό. Τον έζησε.
Γεννημένος στη Συκιά Χαλκιδικής, μεγάλωσε μέσα στους ήχους της παρέας, στις κουβέντες που γίνονται τραγούδια και στις σιωπές που βαραίνουν περισσότερο από τις νότες.
Από νωρίς πήρε το μπουζούκι του στον ώμο και βγήκε στον δρόμο. Κι όπως έλεγε ο ίδιος, γύρισε τον κόσμο όλο, παίζοντας και τραγουδώντας με τον δικό του τρόπο. Όχι για να αποδείξει κάτι, αλλά γιατί έτσι ήξερε να υπάρχει.
Ο Μανάρας ήταν ρεμπέτης όχι επειδή έπαιζε ρεμπέτικα, αλλά επειδή κουβαλούσε τη στάση τους. Το ίσιο βλέμμα. Τη φωνή χωρίς καλλωπισμούς. Το παίξιμο που δεν ζητούσε χειροκρότημα, μόνο ακρόαση.
Σε ζωντανές ηχογραφήσεις που κυκλοφορούν από φίλους της μουσικής, τον ακούμε να αγγίζει το λαϊκό και το ρεμπέτικο με εκείνη την τραχιά τρυφερότητα που έχουν μόνο όσοι δεν μιμούνται, αλλά θυμούνται.
Δεν χρειαζόταν σκηνή. Ένα τραπέζι, δυο ανθρώπους απέναντι και το όργανο στα χέρια του ήταν αρκετά. Τότε άλλαζε ο χώρος. Άνοιγε ένα πάλκο αόρατο, εκεί όπου χωρούσαν λιμάνια και ξενιτιές, έρωτες και βάσανα, γέλια και πληγές. Όλα μαζί. Όπως είναι η ζωή.
Στη Συκιά, στη Χαλκιδική, και σε κάθε τόπο που τον άκουσε, ο Μανάρας δεν θα μείνει ως είδηση. Θα μείνει ως ανάμνηση ζωντανή. Ως εκείνη η στιγμή που το τραγούδι δεν είναι παράσταση, αλλά ανάγκη.
Καλό ταξίδι, Μανάρα. Στης ζωής το πάλκο, θα έχεις πάντα τη θέση σου.










