Σε σταθερή ανοδική τροχιά βρίσκεται το ελληνικό ακτινίδιο, εδραιώνοντας τη θέση του ως ένα από τα πιο δυναμικά εξαγώγιμα αγροτικά προϊόντα της χώρας. Την τελευταία δεκαετία, η παραγωγή του έχει σχεδόν διπλασιαστεί, ενώ νέες αγορές προστίθενται διαρκώς στον εξαγωγικό του χάρτη, με πιο πρόσφατη αυτή του Βιετνάμ.

Σύμφωνα με στοιχεία του Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, η παραγωγή ακτινιδίου αυξήθηκε από 171.719 τόνους το 2014 σε 341.998 τόνους το 2024, καταγράφοντας άνοδο 100%. Κεντρική Μακεδονία, Ήπειρος και Ανατολική Μακεδονία – Θράκη αποτελούν τον βασικό πυρήνα της καλλιέργειας, στηρίζοντας την εξαγωγική δυναμική του προϊόντος.

Στο εξαγωγικό σκέλος, έως τα μέσα Φεβρουαρίου της τρέχουσας περιόδου είχαν διατεθεί στο εξωτερικό πάνω από 154.000 τόνοι ελληνικού ακτινιδίου, με κύριους προορισμούς την Ισπανία, τις ΗΠΑ, την Ιταλία, τη Βραζιλία και την Πολωνία. Παράλληλα, η Ελλάδα κατατάσσεται το 2024 στην τρίτη θέση παγκοσμίως σε αξία εξαγωγών ακτινιδίου.

Ιδιαίτερης σημασίας είναι και το άνοιγμα της αγοράς του Βιετνάμ, μετά την ολοκλήρωση πολυετών διαπραγματεύσεων. Η οριστική έγκριση δόθηκε στις 13 Φεβρουαρίου 2026 και από την 1η Μαρτίου επιτρέπονται οι εξαγωγές ελληνικού ακτινιδίου, όλων των ποικιλιών, με συγκεκριμένους φυτοϋγειονομικούς όρους.

Η νέα αυτή αγορά, με πληθυσμό άνω των 100 εκατ. κατοίκων και αυξημένη ζήτηση σε φρούτα, δημιουργεί πρόσθετες προοπτικές για τον ελληνικό αγροδιατροφικό τομέα, ενισχύοντας περαιτέρω τη διεθνή παρουσία και την αξία του ελληνικού ακτινιδίου.

πηγή ΑΠΕ ΜΠΕ