γράφει η Σουζάνα Καζάκα
Σε αυτή τη φάση, αυτό που φαίνεται καθαρά είναι ότι η Σιθωνία βρίσκεται μπροστά σε μια τριπλή κρίση: κρίση λειτουργίας της υπηρεσίας, κρίση εμπιστοσύνης στην αγορά και κρίση πολιτικής διαχείρισης ενός εξαιρετικά ευαίσθητου ζητήματος.
Η εικόνα που προκύπτει γύρω από τη λειτουργία της ΥΔΟΜ Σιθωνίας είναι εξαιρετικά ανησυχητική και, όπως φαίνεται, αγγίζει πλέον όχι μόνο το εσωτερικό της διοίκησης αλλά και την καθημερινότητα της τοπικής κοινωνίας και της πραγματικής οικονομίας.
Από τη μία πλευρά, η θέση της δημοτικής αρχής, όπως αποτυπώνεται μέσα από τις σχετικές τοποθετήσεις, είναι ότι η κατάσταση που έχει διαμορφωθεί είναι βαθιά προβληματική, σύνθετη και ασφυκτική. Περιγράφεται ένα περιβάλλον με έντονη επιβάρυνση και επιφυλακτικότητα γύρω από τη διαδικασία των υπογραφών, με δυσκολία ανάληψης ευθύνης και καθυστερήσεις στη λήψη αποφάσεων, σε μια υπηρεσία που καλείται να εξυπηρετήσει κρίσιμες ανάγκες του δήμου και των πολιτών. Όπως επισημαίνεται, δεν πρόκειται για απλή άρνηση συνεργασίας από πλευράς υπαλλήλων, αλλά για ένα συνολικό σκηνικό που δημιουργεί αμφιβολίες και επιβραδύνει τη λειτουργία της υπηρεσίας.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, φαίνεται η δημοτική αρχή, με βάση όσα ακούγονται, να βρίσκεται αντιμέτωπη με έντονη πίεση από επαγγελματίες, επενδυτές, αγρότες, μηχανικούς και πολίτες, οι οποίοι ζητούν να λειτουργήσει η υπηρεσία ώστε να μην παγώνουν άδειες, όροι δόμησης, χρήσεις γης και προγράμματα. Η ίδια εικόνα δείχνει ότι η κατάσταση δεν είναι απλή, ούτε επιδέχεται εύκολες λύσεις, καθώς κάθε κίνηση φαίνεται να απαιτεί θεσμική κάλυψη, χρόνο και προσεκτικούς χειρισμούς, ειδικά όταν στο παρασκήνιο εκκρεμούν υποθέσεις που ενδέχεται να επιβαρύνουν ακόμη περισσότερο το κλίμα.
Από την άλλη πλευρά, η εικόνα που μεταφέρεται από την κοινωνία και τους επαγγελματίες είναι ξεκάθαρη: «δεν κινείται τίποτα». Αυτό που βλέπουν είναι μια υπηρεσία που δεν λειτουργεί με τον απαιτούμενο ρυθμό, μια αγορά που μπλοκάρει και υποθέσεις που μένουν πίσω, με άμεσες επιπτώσεις σε άδειες, εγκρίσεις, επενδύσεις και οικονομική δραστηριότητα. Και όσο αυτή η εκκρεμότητα συνεχίζεται, τόσο εντείνεται η ανησυχία και η δυσπιστία απέναντι στη δυνατότητα του μηχανισμού να ανταποκριθεί.
Την ίδια ώρα, ανακύπτει και ένα ακόμη πιο βαρύ ζήτημα, που προκαλεί εύλογα ερωτήματα και πολιτικό προβληματισμό. Συγκεκριμένα, τίθεται το ερώτημα πώς είναι δυνατόν να επανέρχεται ή να αξιοποιείται υπάλληλος σε τόσο κρίσιμο πεδίο, όταν φέρεται να υπάρχουν σε βάρος του σοβαρές ποινικές εκκρεμότητες ή καταδικαστικές αποφάσεις, αλλά και όταν εκκρεμεί πειθαρχική κρίση που, σύμφωνα με όσα αναφέρονται, μπορεί να εκδοθεί ακόμη και άμεσα.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται ο πυρήνας της ανησυχίας που εκφράζεται από πολλές πλευρές: πώς μπορεί να περιμένει κανείς ότι θα “σωθεί” ή θα σταθεροποιηθεί μια τόσο κρίσιμη υπηρεσία, αν η λύση που εξετάζεται περνά μέσα από υπάλληλο που φέρει πάνω του τόσο σοβαρό βάρος ποινικών και πειθαρχικών εκκρεμοτήτων;
Για πολλούς, το ερώτημα δεν είναι απλώς διοικητικό. Είναι βαθιά θεσμικό, πολιτικό αλλά και ουσιαστικό. Γιατί αν επιχειρείται να στηριχθεί η επανεκκίνηση της ΥΔΟΜ πάνω σε μια επιλογή που από μόνη της γεννά αβεβαιότητα, τότε η υπηρεσία δεν οδηγείται σε αποσυμπίεση, αλλά σε έναν νέο κύκλο αμφισβήτησης, καχυποψίας και ενδεχόμενης νέας αποσταθεροποίησης.
Το ζήτημα εδώ δεν είναι μόνο νομικό ή υπηρεσιακό. Είναι και βαθιά πολιτικό και ηθικό. Διότι αν μια διοίκηση, υπό την πίεση να “λειτουργήσει” την υπηρεσία, επιλέξει λύσεις που αργότερα μπορεί να τιναχθούν στον αέρα από μια πειθαρχική απόφαση ή από άλλες εξελίξεις, τότε το πρόβλημα όχι μόνο δεν λύνεται αλλά ενδέχεται να γίνει ακόμη μεγαλύτερο.
Με απλά λόγια, η κρίσιμη απορία που διατυπώνεται είναι η εξής: Μπορεί ένας δήμος να αναζητά διέξοδο για την ΥΔΟΜ μέσα από πρόσωπα που κουβαλούν τόσο βαριά σκιά εκκρεμοτήτων; Και με ποιο πολιτικό και διοικητικό ρίσκο;
Σε αυτή τη φάση, αυτό που φαίνεται καθαρά είναι ότι η Σιθωνία βρίσκεται μπροστά σε μια τριπλή κρίση:
κρίση λειτουργίας της υπηρεσίας, κρίση εμπιστοσύνης στην αγορά και κρίση πολιτικής διαχείρισης ενός εξαιρετικά ευαίσθητου ζητήματος.
Το ερώτημα πλέον δεν είναι αν υπάρχει πρόβλημα. Αυτό θεωρείται δεδομένο. Το πραγματικό ερώτημα είναι ποιος θα αναλάβει την ευθύνη για να δοθεί καθαρή, θεσμική και ασφαλής λύση, χωρίς νέες σκιές, χωρίς πρόχειρες διευθετήσεις και χωρίς επιλογές που αύριο μπορεί να εκθέσουν ακόμη περισσότερο τη διοίκηση και τον δήμο συνολικά.











